Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Οπτικές και προοπτικές.

Είμαι φέτος 37 χρονών.
36! τσιρίζουν τα παιδιά μου κάθε φορά που το αναφέρω, επειδή ακόμη να τα κλείσω. Ε και τι έγινε; Ένας μήνας και κάτι έμειναν μέχρι τα γενέθλια μου.
Γεννήθηκα στις 4 του Μάη το 1975. Ερχόμουν με τα πόδια σε στάση γιόγκα και μετά από 4 μέρες αγωνίας για τη μάνα μου γεννήθηκα με καισαρική. Εγκάρσια μάλιστα. Η κοιλιά της μάνας μου έχει πάνω ένα σταυρό. Από τη δική μου γέννα και αυτήν του αδελφού μου το 1978.
Οι γέννες όπως τους θανάτους είναι μεγάλη φασαρία. Η μάνα μου αναπολεί πως κόντεψε να πεθάνει μετά από τη γέννηση μου από μια σοβαρή μόλυνση στα νεφρά, κάθισα βλέπετε εκεί περισσότερο από το κανονικό, γεννήθηκα με μακριά μαλλιά και νύχια και γενικώς δεν ήθελα να βγω, επειδή ίσως από τότε υποψιαζόμουν πως δεν είναι και τόσο εύκολο να ζεις σε αυτό τον κόσμο, και δη στην Κύπρο.

Μέχρι φέτος, αναπολούσα την παιδική μου ηλικία με την ανάλογη κριτική και ισοπεδωτική στάση ενός ανελέητου αυτογνώστη τάχα ψυχολόγου. Πως τα παιδικά μου χρόνια ήταν πολύ δύσκολα, πως με σημάδεψε το γεγονός πως ο πατέρας μου αρνούνταν να φέρει τηλεόραση στο σπίτι μέχρι τα 10 μου, πως το ξύλο που έφαγα δεν μπορώ να το ξεπεράσω και γενικώς πως είχα μια πολύ άσχημη παιδική ηλικία μες την κατάθλιψη. Συνέδεα δε πάντοτε την εξέλιξη μου σε παχύσαρκο άτομο ή καλύτερα σε γιογιο με τάσεις παχυσαρκίας, στην μεταμόρφωση του παπά μου σε παπά της εκκλησίας στα 6 μου χρόνια. Από τον καιρό που πήγα στο δημοτικό άρχισα να τρώω βουλημικά και μέσα σε 4-5 χρόνια κατάφερα να αλλάξω το μεταβολισμό μου. Μπούρδες. Είχα τάση για παχυσαρκία από μικρότερη. Αφού οι αναμνήσεις μου από την παιδική μου ηλικία πάντοτε είναι συνδεδεμένες με αχνομυριστά φαγητά, την κουζίνα της μακαρίτισσας της γιαγιάς της Θέκλας και τα μαγειρέματα στη δική μας κουζίνα, που ήταν ένα μακρυνάρι στο οποίο περνούσαμε τις περισσότερες ώρες. Ακόμη κι όταν δέησε ο Παπάντρεας να φέρει τηλεόραση στο σπίτι, στην κουζίνα την εγκατέστησε σε ένα άσπρο έπιπλο από συμπιεσμένα ροκανίδια και βαμμένο με πυκνή πλαστική μπογιά, αυτα τα κακόγουστα φτηνιάρικα κατασκευάσματα που ήταν στη μόδα στα τέλη της δεκαετίας του 80.
Στο πατρικό μου φυσικά παρέμενε πάντα η τραπεαζαρία στο σαλόνι από συμπαγές ξύλο και τα πρώτα έπιπλα που απέκτησαν οι γονείς μου κι αυτά παλιομοδίτικα, συμπαγές ξύλο κι αληθινές κατασκευές.
Αλλά η ζωή μας περιοριζόταν κυρίως στην κουζίνα και στη γειτονιά.
Κάθε μεσημέρι μετά το φαγητό αναγκαστικά πηγαίναμε για σιέστα, μεσημεριανό ύπνο. Αυτή την ευλογημένη συνήθεια που μέχρι τώρα μου δίνει τη δυνατότητα να αντέχω τη μέρα και που από ότι ακούω κάνει καλό και στην καρδιά. Εμείς φυσικά στριφογυρίζαμε μέσα στα σεντόνια και πολλές φορές το σκάγαμε από το μπαλκόνι των υπνοδωματίων μας, ο αδελφός μου κι εγώ, και βγαίναμε στη γειτονιά. Στο δρόμο που τότε ήταν ακόμη χωματόδρομος και στις γειτονικές αλάνες.
Πόσα απογεύματα που μύριζαν άνοιξη δεν τα περάσαμε παίζοντας με τα παιδιά της γειτονιάς μας στις αλάνες. Πόσα "κρυφτά", "μιτσοκαμμητά", "συμμορίες" δεν παίζαμε για ώρες. Κι όταν νύχτωνε, όταν έπεφτε ο ήλιος και άναβαν τα φώτα στους στύλους της ηλεκτρικής, έβγαινε η μάνα μου στα κάγκελλα της αυλής και μας φώναζε: Θέκλα, Θεοδόση, ελάτε στο σπίτι!
 Φώναζε φυσικά για κάμποση ώρα με συγχορδίες κι από τις άλλες μανάδες στη γειτονιά. Δεν είχαμε βλέπετε κινητά να κουβαλούμε μαζί μας, όπως τα δικά μας παιδιά τώρα κι ούτε φυσικά ακούγαμε κι εύκολα τόσο μακριά που ακίνδυνα απομακρυνόμασταν από τα σπίτια μας. Λίγα τα αυτοκίνητα, χωματόδρομοι και πολλά άδεια οικόπεδα. Ο παράδεισος μιας αθώας παιδικής ηλικίας.
Τι ήταν όμως εκείνο που με έκανε τόσα χρόνια να πιστεύω πως η παιδική μου ηλικία δεν ήταν καλή; Πως ήταν εξαιρετικά τραυματική; Ήταν όντως έτσι και πλέον το έχω ξεπεράσει με τα τόσα χρόνια σπουδών και εξάσκηση στην ψυχοθεραπεία ή η οπτική μέσα από την οποία την έβλεπα ήταν αλλοιωμένη; Μπορεί να είναι έν από τα πιο πάνω, κανένα ή και τα δύο μαζί.
Αυτό που ξέρω φέτος, που πλέον έπαψα να πιστεύω σε ονειροφαντασίες, μετά το όντως τραυματικό για μένα 2011, όπου ξεπούλησα την ηρεμία μου, την ησυχία μου, την όποια πνευματικότητα μου για να αναμειχθώ με τη βρωμιά της πολιτικής και να πιστέψω μεγαλομανώς πως θα μπορούσα να φέρω διαφορά σε αυτό τον τόπο, είναι πως έπαψα να είμαι ανήσυχη. Κατέληξα με το δύσκολο τρόπο στο να παίρνω τη ζωή όπως έρχεται και να ζω στο παρόν. Να μην πιστεύω σε κούφιες υποσχέσεις,  να φοβάμαι αυτά που όντως είναι φοβιτσιάρικα και να ελπίζω μόνο σε όσα είναι εφικτά. Το είχα ακούσει και το είχα διαβάσει τόσες φορές σε πατερικά κείμενα και σε εγχειρίδια ψυχοθεραπείας. Να ζεις στο παρόν. Και δεν μπορούσα να το εννοήσω και να το βιώσω πλήρως, μέχρι φέτος.
Και τώρα που ζω στο παρόν, μπορώ και χαίρομαι όλα εκείνα τα μικρά καθημερινά πράγματα που στο παρελθόν τα παρέβλεπα και αλλοίωνα την ευφραντική τους σημασία λόγω της συνεχούς ανησυχίας μου.
Ναι, ήμουν ανήσυχη στην παιδική μου ηλικία. Προσέβλεπα σε μια ευτυχία που θα ερχόταν με τα χρόνια, με την ενηλικίωση, με την ελευθερία από τον οικογενειακό ζυγό, με την ερωτική ολοκλήρωση, την επαγγελματική επιτυχία και όλα αυτά στα οποία προσδοκούν οι προέφηβοι. Στη φωτογραφία αυτή είμαι στο μπαλκόνι ενός δωματίου στο Μοναστήρι της Χρυσορρογιάτισσας στην Πάφο. Ξεκαλοκαιριάζαμε στην Χρυσορρογιάτισσα και στην Κατασκήνωση της Μητρόπολης Πάφου στην Αγία Μονή, όπου ο πατέρας μου ήταν υπεύθυνος. Πόσο υπέροχο ήταν εκείνο το μπαλκόνι. Πόσα πρωινά δεν έβγαινα να χαρώ τη θέα μέχρι κάτω, μέχρι τη θάλασσα... Κι όμως δεν μπορούσα να ησυχάσω. Δεν μπορούσα να το χαρώ. Επειδή ονειρευόμουν και περίμενα ένα μαγικό αύριο όπου η ευτυχία μου θα ερχόταν επειδή θα γινόμουν μεγάλη, όμορφη, αδύνατη, σπουδαία, ερωτεύσιμη, πετυχημένη. Ω φευ! Τα όνειρα είναι όμορφα κι είναι καλά για τα παιδιά μας. Να βασίζονται όμως στην πραγματικότητα. Να είναι ρεαλιστικά.
Στην πορεία της ζωής μου φέρθηκα αυτοκαταστροφικά από την πρώτη νεότητα μέχρι σήμερα, επειδή ένιωθα πως δεν είχα εκπληρώσει εκείνα τα συγκεκριμένα παιδικά όνειρα. Και δεν μπορούσα να χαρώ το σήμερα, το τώρα, τη ζωή που έχω στα χέρια μου, αυτά που συμβαίνουν καθημερινά. Την όμορφη φύση που είναι παντού, τα παιδιά, τις δουλειές του σπιτιού, το φαγητό,  την ξεκούραση, τον ύπνο, τη μουσική. Πάντα κάτι έλειπε. Κάπου είχα να πάω και τα καθημερινά με καθυστερούσαν. Μου έκοβαν το δρόμο, για αυτό και δεν τα συμπαθούσα τόσο, δε συμφιλιωνόμουν μαζί τους.
Μετά το 2011 και την μεγάλη νίλα που έφαγα, το ρεζιλίκι, τη ντροπή, τον ψυχολογικό πόλεμο, την οικονομική ζημιά, τον ξεφτιλισμό, ο οποίος ακόμη συνεχίζεται από κάποιες κομματικές ομάδες που κακώς με θεωρούν επικίνδυνη, προσγειώθηκα. Αντιλήφθηκα πως δεν έχω να πάω πουθενά. Εδώ θα μείνω. Και καλά κάνω να το απολαμβάνω. Να χαίρομαι όσα έχω. Και είναι πολλά. Η αγάπη της οικογένειας μου, η αγάπη των παιδιών μου, η αγάπη των φίλων μου, η αγάπη των πελατών μου, το αίσθημα ικανοποίησης όταν βοηθάς ένα άνθρωπο ή ένα ζευγάρι να χαμογελούν,  το διάβασμα, το γράψιμο, οι περίπατοι στη φύση, ο ύπνος, το νόστιμο φαγητό και η χαλάρωση μπροστά από την τηλεόραση έστω και για λίγο, επειδή συνήθως προτιμώ το διάβασμα.
Έχει τόσα πολλά βιβλία ακόμη να διαβάσω, τόσους ανθρώπους να αγαπήσω και να βοηθήσω μέσα από τη δουλειά μου, τόσες στιγμές να ζήσω με τα έφηβα παιδιά μου που εξελίχθηκαν σε πολύ ενδιαφέρουσες προσωπικότητες. Έχει τόσα όμορφα η ζωή και μπορώ να τα χαρώ επειδή σταμάτησα να είμαι ανήσυχη. Ησύχασα και ζω στο τώρα και χαίρομαι πολύ για αυτό...